Back to top

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Αμοιβαία Κεφάλαια (Α/Κ):

Το Αμοιβαίο Κεφάλαιο (Α/Κ) είναι ομάδα περιουσίας που αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, της οποίας τα επί μέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα. Η διαχείριση του Α/Κ αναλαμβάνεται από Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων. Βασικό στοιχείο της διαχείρισης του Α/Κ αποτελεί η διαίρεση της περιουσίας του σε ισάξια μερίδια. Οι επενδυτές που επιθυμούν να τοποθετήσουν τα διαθέσιμα τους στο Α/Κ αγοράζουν κάποια από τα μερίδια. Η τιμή των μεριδίων μεταβάλλεται καθημερινά, αφού τα κεφάλαια του Α/Κ επενδύονται σε χρηματοοικονομικά κυρίως προϊόντα των οποίων η τιμή μεταβάλλεται, λόγω της καθημερινής τους διαπραγμάτευσης στις αγορές, αλλά και λόγω της απόδοσης των χρηματοοικονομικών αυτών προϊόντων (μερίσματα, τοκομερίδια, τόκοι). Στην Ελλάδα, τα Α/Κ κατατάσσονται στις εξής βασικές κατηγορίες:

  • Αμοιβαία Διαθεσίμων: Επενδύουν κυρίως σε προϊόντα χρηματαγοράς, δευτερευόντως σε τίτλους σταθερού εισοδήματος
  • Ομολογιακά Αμοιβαία: Επενδύουν κυρίως σε μακροπρόθεσμους τίτλους σταθερού εισοδήματος
  • Μετοχικά Αμοιβαία: Επενδύουν κυρίως σε μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο
  • Μικτά Αμοιβαία: Επενδύουν σε συνδυασμό προϊόντων των προηγουμένων κατηγοριών
  • Αμοιβαία Ειδικού τύπου: Επενδύουν κυρίως σε συγκεκριμένους κλάδους (π.χ. τεχνολογία, πληροφορική, κατασκευές κτλ)
Αντιστάθμιση Κινδύνου (Hedging):

Αντιστάθμιση κινδύνου (hedging) είναι μια τεχνική κάλυψης απέναντι στις απώλειες κεφαλαίων που μπορεί να προκύψουν ως αποτέλεσμα απρόσμενων κινήσεων της αγοράς, με χαρακτηριστικότερη την προστασία έναντι του συναλλαγματικού (currency risk), του επιτοκίου (interest rate risk) ή του συστημικού κινδύνου (market risk).

Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την αγορά χρηματοπιστωτικών εργαλείων τα οποία δίνουν το αντίθετο αποτέλεσμα από μια επενδυτική κίνηση όπως είναι τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και τα συμβόλαια δικαιωμάτων προέραισης (options), ώστε να μετριαστούν οι απώλειες.

Απόδοση μέχρι τη Λήξη (Yield to Maturity):

Είναι η απόδοση που θα αποκομίσει ο επενδυτής ενός ομολόγου κρατώντας το έως την λήξη του και εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις 100 (%).

Απόδοση ομολόγου κατά την ηµεροµηνία εξαγοράς (yield to call):

Η απόδοση που αποφέρει ένα οµόλογο από την ηµεροµηνία αγοράς µέχρι την ηµεροµηνία εξαγοράς του από τον εκδότη του.

Απόδοση ομολόγου (Yield):

Το καθαρό κέρδος από την αγορά των οµολόγων, το οποίο βασίζεται στην τιμή αγοράς και τον τόκο που θα αποκομίζει μέσω των κουπονιών ο επενδυτής.

ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΟΣ ΤΟΚΟΣ:

Είναι ο οφειλόμενος από τον εκδότη αλλά μη απαιτητός ακόμα από τον επενδυτή (κάτοχο του ομολόγου) τόκος που έχει σωρευτεί μεταξύ της ημερομηνίας τελευταίας πληρωμής τοκομεριδίου και της ημερομηνίας πώλησης του ομολόγου.

Δείκτης Αναφοράς (Benchmark):

Δείκτης αναφοράς είναι η βάση με την οποία συγκρίνεται και αξιολογείται η απόδοση της διαχείρισης ενός χαρτοφυλακίου, μιας επενδυτικής τοποθέτησης ή ενός προϊόντος στην αγορά.

Παράδειγμα:
Δείκτες αναφορές για προθεσμιακές καταθέσεις σε ευρώ είναι το 3μηνο EURIBOR ή το Euro-LIBOR.

Διαβάθμιση Εξασφάλισης ομολόγων:

Προτεραιότητα κάλυψης των απαιτήσεων των κατόχων σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας του εκδότη.

  • Senior Debt Instruments: Τίτλοι υψηλής εξασφάλισης
  • Subordinated Debt Instruments: Τίτλοι μειωμένης εξασφάλισης
  • Tier 2 Capital: Συμπληρωματικά Ίδια Κεφάλαια.
  • Lower Tier 2 Capital: Πρόσθετα Συμπληρωματικά Κεφάλαια.
  • Upper Tier 2 Capital: Κύρια Συμπληρωματικά Κεφάλαια.
  • Tier 1 Capital: Βασικά Ίδια Κεφάλαια.
  • Lower Tier 1 Capital: Πρόσθετα Βασικά Ίδια Κεφάλαια
  • Upper Tier 1 Capital: Κύρια Βασικά Ίδια Κεφάλαια
Διαπραγματεύσιμα Αμοιβαία Κεφάλαια (ΔΑΚ):

Ειδική κατηγορία Αμοιβαίων Κεφαλαίων αποτελούν τα χρηματιστηριακώς διαπραγματεύσιμα αμοιβαία (Εxchange Traded Funds - ETFs). Από τις τοποθετήσεις των ETFs προκύπτουν χαρτοφυλάκια που σχετίζονται και έχουν παράλληλη πορεία με κάποιον χρηματιστηριακό δείκτη μετοχών ή μία ομάδα μετοχών (καλάθι μετοχών). Ειδική περίπτωση των ETFs αποτελούν  τα λεγόμενα  Exchange Traded Commodities (ETCs), στο πλαίσιο των οποίων προκύπτουν χαρτοφυλάκια που σχετίζονται και έχουν παράλληλη πορεία με κάποιο χρηματιστηριακό δείκτη εμπορευμάτων ή ορισμένα εμπορεύματα.

Διάρκεια Ομολόγου:

Η διάρκεια αποτελεί ένα μέτρο της ταχύτητας αποπληρωμής ενός ομολόγου και επιτρέπει την σύγκριση ομολόγων με διαφορετικούς τρόπους αποπληρωμής και ίδια ημερομηνία λήξης. Ένας απλός τρόπος υπολογισμού είναι ο Bond duration. Η διάρκεια είναι επίσης χρήσιμη ως μέτρο κινδύνου γιατί αποτελεί προσέγγιση της ευαισθησίας της αγοραίας αξίας ενός ομολόγου στις μεταβολές του επιτοκίου.

Διάσπαση Μετοχών (Stock split):

•Διάσπαση μετοχών (stock split) είναι η εταιρική πράξη κατά την οποία οι υπάρχουσες μετοχές μιας επιχείρησης διαιρούνται σε περισσότερες και μειώνεται η τιμή τους αναλογικά ώστε να μην αλλάξει η συνολική αξία των μετοχών που έχει στα χέρια του κάθε μέτοχος.

•Μία εταιρεία που οι μετοχές της έχουν καλές επιδόσεις μπορεί να αποφασίσει να κάνει stock split αν η τιμή της μετοχής έχει ανέβει τόσο υψηλά που θεωρείται πλέον ακριβή για τους μικροεπενδυτές.

•Με τη διάσπαση (stock split) η εταιρεία αναμένει να αυξήσει την εμπορευσιμότητα των μετοχών της ενώ ταυτόχρονα διατηρεί την αναλογική ιδιοκτησία των παλαιών μετόχων.

•Το stock split θεωρείται ότι έχει κυρίως ψυχολογικά οφέλη καθώς οι επενδυτές αναμένουν ότι η τιμή των μετοχών θα ανέλθουν και πάλι σε προ του split επίπεδα, άρα τελικώς θα βγουν ωφελημένοι.

Διαφοροποίηση:

Ονομάζεται η συλλογή περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην κυριότητα μιας οικονομικής μονάδας. Ένα χαρτοφυλάκιο συνήθως αποτελείται από τοποθετήσεις σε πολλά διαφορετικά στοιχεία με διαφορετικές αποδόσεις. Αυτό γίνεται στα πλαίσια της διαδικασίας που ονομάζεται διαφοροποίηση και έχει σκοπό τη μείωση συγκεκριμένων κατηγοριών κινδύνου. Στο πλαίσιο της θεωρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου οι επενδυτές τοποθετούν τον πλούτο τους σε πολλά διαφορετικά περιουσιακά στοιχεία με σκοπό τη μεγιστοποίηση της απόδοσης και την ελαχιστοποίηση του κινδύνου, ή την επίτευξη ενός συνδυασμού απόδοσης-κινδύνου κατάλληλου για της ανάγκες κάθε συγκεκριμένου επενδυτή. Για παράδειγμα πολλοί επενδυτές κατέχουν ένα ή περισσότερα ακίνητα, έχουν επενδύσει σε μετοχές, ομολογίες, σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, τραπεζικές καταθέσεις, εμπορεύματα κλπ. Σε κάθε περίπτωση τα χαρτοφυλάκια αποτελούνται από περισσότερα του ενός περιουσιακά στοιχεία.

Είδη Ομολόγων:

Τα ομόλογα κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες:

  • Ανάλογα µε την ιδιότητα του εκδότη, δηλαδή αν ο εκδότης είναι το δηµόσιο ή ιδιωτικές εταιρίες. Έτσι τα ομόλογα διακρίνονται σε κρατικά και εταιρικά, δημοτικά, υπερεθνικά ή διεθνή.
  • Ανάλογα με τον Εκδότη:
  1. Κυβερνητικό ομόλογο (treasury bond)
  2. Επιχειρηματικό ομόλογο (corporate bond)
  3. Δημοτικό ομόλογο (municipal bond)
  4. Υπερεθνικό ομόλογο (supranational bond)
  • Ανάλογα µε το είδος του επιτοκίου (τοκομερίδιο) που πληρώνουν διακρίνονται σε σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου.
  • Ανάλογα µε τον τρόπο είσπραξης των αποδόσεων, υπάρχουν ομόλογα µε κουπόνι και ομόλογα χωρίς κουπόνι (zero coupon bonds).
  • Ανάλογα µε την διάρκεια ζωής τους, υπάρχουν ομόλογα διάρκειας μερικών μηνών έως και ομόλογα που δεν έχουν λήξη (διηνεκείς ομολογίες) όπου το κουπόνι καταβάλλεται από τον εκδότη επ' άπειρο. 
  • Αναλόγως με το κουπόνι και το είδος των πληρωμών
  • Ομόλογα που διαπραγματεύονται με έκπτωση από την ονομαστική τους αξία και πραγματοποιούν μόνο μια καταβολή κεφαλαίου στην λήξη τους (discount securities):
    1. Ομόλογα που διαπραγματεύονται με έκπτωση από την ονομαστική τους αξία και πραγματοποιούν μόνο μια καταβολή κεφαλαίου στην λήξη τους (discount  securities):
    2. Έντοκο γραμμάτιο (treasury bill). Τίτλοι μικρής διάρκειας, οι οποίοι πωλούνται στους επενδυτές σε χαμηλότερη τιμή από την τελική ονομαστική τους αξία. Έχουμε  εκδόσεις διάρκειας 13, 26 και 52 εβδομάδων.. Ομόλογο μηδενικού επιτοκίου (Zero coupon bond).
    3. Ομόλογα που δεν προβλέπουν ενδιάμεσες πληρωμές κουπονιών. Συνήθως έχουν διάρκεια από 1 έως 3 χρόνια. Υπάρχει μια αρχική πληρωμή από τον αγοραστή     προς τον εκδότη και μία τελική πληρωμή προς εκείνον που προσκομίζει το ομόλογο.
  • Ομόλογα που πραγματοποιούν πολλές περιοδικές πληρωμές τοκομεριδίων πριν την λήξη τους και μία τελική πληρωμή κεφαλαίου (αγγλικά: coupon bonds):
    1. Σταθερού επιτοκίου (fixed coupon). Η πιο διαδεδομένη και απλή μορφή ομολόγων. Είναι τίτλοι μέσης και μεγάλης διάρκειας. Το επιτόκιο με βάση το οποίο υπολογίζεται η κάθε πληρωμή, είναι σταθερό για όλη τη διάρκεια ζωής των ομολόγων ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της αγοράς. H τακτικότητα των πληρωμών είναι ανά εξάμηνο ή ανά χρόνο.
    2. Κυμαινόμενου επιτοκίου (floating rate note). Πρόκειται για ομόλογα στα οποία το επιτόκιο κάθε περιόδου (από κουπόνι σε κουπόνι) αναπροσαρμόζεται με βάση κάποιον δείκτη, κάποιο δηλαδή επιτόκιο βάσης. Επί του επιτοκίου αυτού υπάρχει συνήθως ένα περιθώριο (spread) που αντιπροσωπεύει ένα είδος ασφαλίστρου και εξαρτάται από την πιστοληπτική ικανότητα του εκδότη και την διάρκεια του ομολόγου. H τακτικότητα των πληρωμών, των τοκομεριδίων ομολόγων κυμαινόμενου επιτοκίου είναι ανά τρίμηνο, ανά εξάμηνο ή ανά χρόνο, ανάλογα με την συχνότητα του επιτοκίου βάσης. Για παράδειγμα ένα επταετές ομόλογο του Ελληνικού δημοσίου κυμαινόμενου επιτοκίου, φέρει τοκομερίδιο που για κάθε περίοδο ισούται με το επιτόκιο του ετησίου εντόκου γραμματίου που ισχύει κατά την ημέρα ανανέωσης του τοκομεριδίου συν κάποιο περιθώριο. Στις ευρωαγορές σαν επιτόκιο αναφοράς χρησιμοποιείται συχνά το εξάμηνο Euribor. Με την αγορά ενός ομολόγου κυμαινόμενου επιτοκίου ο επενδυτής εξασφαλίζει για μια μακροχρόνια επένδυση επιτόκια κοντά στις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς.
    3. Τιμαριθμοποιημένα (ομόλογα συνδεδεμένα με κάποιο δείκτη). Πρόκειται για πιο εξειδικευμένες εκδόσεις ομολόγων. Φέρουν μεν σταθερό επιτόκιο, αλλά προκειμένου να υπολογιστεί η αξία του τοκομεριδίου λαμβάνεται υπόψη μια μεταβαλλόμενη ονομαστική αξία. Χρησιμοποιείται γι’ αυτό κάποιος δείκτης με βάση τον οποίο αναπροσαρμόζεται η αξία επί της οποίας εφαρμόζεται το σταθερό επιτόκιο. Τέτοια κυβερνητικά ομόλογα χρησιμοποιούν συχνά τον δείκτη του πληθωρισμού. Έτσι παρέχουν προστασία στους επενδυτές από μια άνοδο του πληθωρισμού ή εξασφαλίζουν μια ελάχιστη σταθερή απόδοση σε περίπτωση αρνητικής μεταβολής αυτού. Εταιρείες εκδίδουν συνήθως ομόλογα συνδεδεμένα με τον δείκτη τιμών του χρηματιστηρίου.
    4. Ομόλογα με δικαίωμα ανάκλησης ή πρόωρης εξόφλησης ( Callable bond & Puttable bond ). Επίσης εξειδικευμένες εκδόσεις ομολόγων. Διαφέρουν από τα απλά ομόλογα ως προς το ότι ενσωματώνουν δικαιώματα αγοράς ( call premium ) τους από τον εκδότη τους πριν την λήξη τους, ή δικαιώματα πώλησης από τον κάτοχό τους στον εκδότη πριν τη λήξη τους, σε προκαθορισμένες τιμές και χρονικές στιγμές.
Εκδότης ομολόγου:

Είναι ο χρηματοοικονομικός οργανισμός (τράπεζα, εταιρεία, κράτος) ο οποίος δανείζεται κεφάλαια από τους επενδυτές µε την έκδοση του οµολόγου (µπορεί να είναι η κυβέρνηση ή μια εταιρεία).

Επενδύσεις Σταθερού Εισοδήματος (Fixed income):

Επενδύσεις σταθερού εισοδήματος είναι επενδύσεις που παρέχουν στους επενδυτές αποδόσεις με τη μορφή σταθερών περιοδικών πληρωμών και πλήρη επιστροφή του κεφαλαίου στη λήξη τους.

Παράδειγμα:
Eπενδύσεις σταθερού εισοδήματος είναι οι καταθέσεις σταθερού επιτοκίου, τα κυβερνητικά, δημοτικά και εταιρικά ομόλογα που πληρώνουν σταθερό ποσό για τα κουπόνια μέχρι τη λήξη τους, οι προνομιούχες μετοχές που εκδίδονται με τον όρο ότι θα καταβάλλουν ένα σταθερό μέρισμα, τα πιστοποιητικά καταθέσεων (CDs) και τα εμπορικά χρεόγραφα (CPs).

Σταθερό επίπεδο εισοδήματος μπορεί να θεωρηθεί και η καταβολή της μηνιαίας σύνταξης, ενώ αντιθέτως δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν πληρωμές σταθερού εισοδήματος οι τόκοι των δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο ή τα μερίσματα που αναμένεται να εισπραχθούν από κοινές μετοχές.

Ημερομηνία Έκδοσης ομολόγου(Issue Date):

Είναι η ημερομηνία που εκδίδεται το ομόλογο.

Θεματοφύλακας:

Πρόκειται για νομικό πρόσωπο (Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, Τράπεζες, ΑΕΠΕΥ κτλ.) το οποίο έχει αναλάβει, κατόπιν έγγραφης συμφωνίας, τη φύλαξη ενός κινητού αντικειμένου (χρήματα και χρηματοπιστωτικά μέσα ) και έχει την υποχρέωση επιστροφής του μετά από δήλωση του συμβαλλόμενου ή παρακαταθέτη, ο οποίος και του το δάνεισε. Κατόπιν συμφωνίας η υπηρεσία χρεώνεται αναλόγως.

Κίνδυνος:

Ο κίνδυνος σχετίζεται με την αβεβαιότητα της απόδοσης ενός περιουσιακού στοιχείου ή μιας επένδυσης. Ένα χαρτοφυλάκιο έχει υψηλό κίνδυνο όταν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η πραγματική του απόδοση να διαφέρει κατά πολύ από την προσδοκώμενη Για παράδειγμα, η μετοχή μιας νεοϊδρυθείσας εταιρίας του διαδικτύου, μπορεί να δεκαπλασιαστεί, αν η εταιρία πετύχει, αλλά στην αντίθετη περίπτωση δεν θα έχει καμιά αξία για τους μετόχους της.

Κίνδυνος Μεταβλητότητας:

Η τιμή μιας μετοχής ή ενός ομολόγου που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές και ΠΜΔ (Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης) υπόκειται σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις, οι οποίες μάλιστα δεν είναι απαραίτητο να συνδέονται αιτιωδώς με την οικονομική πορεία της εκδότριας εταιρίας ή του κράτους. Δημιουργείται έτσι κίνδυνος απώλειας μέρους ή και υπό περιστάσεις του συνόλου του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί. Υπογραμμίζεται ότι ποτέ δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί η ανοδική ή καθοδική πορεία μιας μετοχής ή ενός ομολόγου, ούτε η διάρκεια μιας τέτοιας  πορείας. Υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως ότι η πορεία της χρηματιστηριακής  αξίας μιας μετοχής  είναι  συνάρτηση πολλών παραγόντων και δεν εξαρτάται  μόνον από τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας, όπως π.χ. αυτά απεικονίζονται βάσει των αρχών της θεμελιώδους ανάλυσης.

Μέρισμα (Dividend):

Μέρισμα είναι το μερίδιο ανά μετοχή των καθαρών κερδών μιας εταιρείας που διανέμεται στους μετόχους της.

Τα μερίσματα συνήθως δίνονται σε μετρητά αλλά μπορούν να δοθούν και με την μορφή μετοχών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων. Τα μερίσματα παρέχουν ένα κίνητρο στους επενδυτές να κατέχουν μετοχές από μεγάλες εταιρίες ακόμα και αν δεν αναμένεται μεγάλη ανάπτυξη από αυτές.

Το μέρισμα συνήθως αναφέρεται με όρους χρηματικής αξίας, δηλαδή πόσα ευρώ θα αποδώσει κάθε μετοχή, αλλά μπορεί να αναφέρεται επίσης ως ποσοστό επί της αγοραίας αξίας της μετοχής, όρος γνωστός και ως μερισματική απόδοση. Οι εταιρίες δεν είναι υποχρεωμένες να αποδώσουν μέρισμα.

Οι εταιρίες που προσφέρουν μέρισμα είναι συνήθως εταιρίες που έχουν περάσει το στάδιο της ανάπτυξης και δεν χρειάζεται πλέον να επανεπενδύουν συνεχώς τα κέρδη τους, έτσι επιλέγουν να πληρώσουν τους μετόχους τους.

Αντιθέτως, οι εταιρίες υψηλής ανάπτυξης σπάνια προσφέρουν μέρισμα, γιατί όλα τα κέρδη τους επανεπενδύονται για να διατηρηθεί αυτή η ανάπτυξη.

Μερισματική Απόδοση (Dividend yield):

Μερισματική απόδοση είναι το μέρισμα που πληρώνει μία εταιρία ως ποσοστό επί της χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής, για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Υπολογίζεται διαιρώντας το ετήσιο μέρισμα με την τιμή της μετοχής.

Παράδειγμα:
Αν μία μετοχή πληρώνει μέρισμα 1€ σε διάστημα ενός χρόνου και διαπραγματεύεται στα 25€, τότε έχει μερισματική απόδοση 4%.

Οι μεγάλες και ώριμες εταιρίες τείνουν να έχουν μεγαλύτερες μερισματικές αποδόσεις από τις πιο καινούριες ενώ εταιρίες με μεγάλη ανάπτυξη δεν έχουν μερισματική απόδοση γιατί δεν μοιράζουν καθόλου μέρισμα.

Η μερισματική απόδοση είναι ένας τρόπος να μετρηθεί το κέρδος που προσφέρει μία μετοχή για κάθε ευρώ που επενδύεται σε αυτή. Οι επενδυτές-μέτοχοι που θέλουν να εξασφαλίσουν ένα ελάχιστο εισόδημα θα προτιμήσουν τις μετοχές με τις υψηλότερες μερισματικές αποδόσεις.

Μέση απόδοση στη λήξη:

Η μέση ετήσια απόδοση ενός χαρτοφυλακίου σε περίπτωση διακράτησης όλων των τίτλων έως την ημερομηνία λήξης.

Μετοχές:

Μία μετοχή αποτελεί κλάσμα του μετοχικού κεφαλαίου μιας ανώνυμης εταιρίας. Η μετοχή, ως αξιόγραφο, ενσωματώνει τα δικαιώματα του μετόχου που πηγάζουν από τη συμμετοχή του στην ανώνυμη εταιρία. Τα δικαιώματα αυτά, συνήθως, αντιστοιχούν στον αριθμό των μετοχών που κατέχει ο μέτοχος. Ενδεικτικά δικαιώματα που προκύπτουν από την κατοχή μετοχών είναι το δικαίωμα μερίσματος από τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρίας (εφόσον διανέμονται), καθώς και αντίστοιχο ποσοστό από την περιουσία της εταιρίας, σε περίπτωση λύσης αυτής. Οι μετοχές μπορούν να είναι κοινές, προνομιούχες, ονομαστικές ή ανώνυμες, μετά ψήφου ή χωρίς ψήφο, διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης ή μη διαπραγματεύσιμες σε σχετικές αγορές.

Ομόλογα / Ομολογίες:

Το ομόλογο (ομολογία) είναι αξιόγραφο που ενσωματώνει υπόσχεση χρηματικής ή άλλης παροχής του εκδότη προς τον εξ αυτού δικαιούχο, κυρίως τον κομιστή του. Η υποχρέωση αυτή συνίσταται συνήθως στην πληρωμή του κεφαλαίου κατά τη λήξη και του τόκου στις περιόδους που ορίζονται στους όρους της έκδοσης. H ονομαστική του αξία, η οποία δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την τιμή διαπραγμάτευσης, είναι το ποσό που υποχρεούται να καταβάλλει ο εκδότης κατά τη λήξη του ομολόγου. Ομόλογα μπορούν να εκδίδονται είτε από κρατικούς φορείς (ομόλογα δημοσίου) είτε από εταιρίες (εταιρικά ομόλογα). Κατ’ αυτή την έννοια τα ομόλογα αποτελούν μορφή κρατικού ή εταιρικού δανεισμού.

Ένα ομόλογο είναι απλώς ένα δάνειο, το οποίο αντλείται από τον εκδότη του δανείου όχι μέσω της τραπεζικής διαμεσολάβησης αλλά μέσω των κεφαλαιαγορών. Ο εκδότης είναι ο οφειλέτης, ο κάτοχος ομολόγων ο δανειστής και το κουπόνι (αν υπάρχει) είναι ο τόκος. Τα ομόλογα επιτρέπουν στον εκδότη να χρηματοδοτήσει μακροπρόθεσμες επενδύσεις με εξωτερικά κεφάλαια. Μπορεί κανείς λοιπόν να διακρίνει ότι τα στοιχεία που προσδίδουν σε ένα ομόλογο την ταυτότητά του είναι πρώτον ο εκδότης, δεύτερον το κουπόνι (αν υπάρχει) με βάση το οποίο θα γίνονται οι τακτικές πληρωμές και τρίτον η χρονική διάρκεια της σύμβασης. Χρεόγραφα με ωριμότητα μικρότερη του ενός έτους είναι είτε έντοκα γραμμάτια ή συναλλαγματικές, και θεωρούνται εργαλεία της αγοράς χρήματος.

Ονομαστική Αξία ενός ομολόγου (Face Value):

Είναι το αρχικό ποσό έκδοσης του χρεογράφου το οποίο ο εκδότης υπόσχεται να αποπληρώσει στην ημερομηνία λήξης του ομολόγου.

Πιστοληπτική Αξιολόγηση Χαρτοφυλακίου:

Πιστοληπτική Αξιολόγηση είναι ο βαθμός αξιοπιστίας και φερεγγυότητας μιας επιχείρησης ή μιας χώρας όσον αφορά τη δυνατότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεών της, δίχως τον κίνδυνο πτώχευσης.

Πιστοληπτική Διαβάθμιση ή επενδυτική κλάση:

Αφορά την κατάταξη των ομολόγων με βάση τον πιστωτικό κίνδυνο που αυτά εμπεριέχουν και ο οποίος απορρέει κυρίως από τον εκδότη τους. Εξωτερικοί Οργανισμοί Πιστοληπτικής Αξιολόγησης (Ε.Ο.Π.Α.) εκτιμούν τον πιστωτικό κίνδυνο (κίνδυνος πτώχευσης) των εκδοτών των ομολόγων όπως κυβερνήσεων, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων και γενικά των εκδοτών χρεογράφων σταθερού εισοδήματος.
 

  • Standards and Poor’s και Fitch:

Μακροπρόθεσμη Αξιολόγηση: AAA, AA+, AA, AA-, A+, A, A-, BBB+, BBB, BBB-, ΒΒ+, ΒΒ, ΒΒ-, Β+, Β, Β-, CCC+, CCC, CCC-, CC, C, RD, D.
Βραχυπρόθεσμη Αξιολόγηση: F1+,F1, F1-, F2, F3,B, C, D.

  • Moody’s Investors Service:

Μακροπρόθεσμη Αξιολόγηση: Aaa, Aa1, Aa2, Aa3, A1, A2, A3, Baa1, Baa2, Baa3, Ba1, Ba2, Ba3, B1, B2, B3, Caa1, Caa2, Caa3, Ca, C.
Βραχυπρόθεσμη Αξιολόγηση: P-1, P-2, P-3, NP.

Πιστοποιητικά Μετοχών:

Τα Πιστοποιητικά Μετοχών αποτελούν χρηματοπιστωτικά μέσα. Τα Πιστοποιητικά Μετοχών είναι διαπραγματεύσιμες αξίες που αντιπροσωπεύουν μετοχές αλλοδαπής εταιρίας. Οι μετοχές που αντιπροσωπεύουν οι αξίες αυτές αποσύρονται από την αγορά της αλλοδαπής εταιρίας, αφού σε αντίθετη περίπτωση η έκδοση των πιστοποιητικών θα οδηγούσε σε διπλή  διαπραγμάτευση των ιδίων μετοχών και σε μείωση της τιμής της μετοχής. Ειδική κατηγορία Πιστοποιητικών Μετοχών είναι τα λεγόμενα ADRs (American Depository Receipts). Τα ADRs αποτελούν το έντυπο πιστοποιητικό το οποίο αποδεικνύει την κατοχή των ADSs  (Αmerican Depository Shares). Τα τελευταία είναι αποδεικτικά ιδιοκτησίας μεγάλων επιχειρήσεων με έδρα εκτός των ΗΠΑ, τα οποία διαπραγματεύονται σε αγορές των ΗΠΑ με τιμές εκφρασμένες σε USD.

Προσδοκώμενη απόδοση:

Η ποσοστιαία απόδοση ενός περιουσιακού στοιχείου είναι η ποσοστιαία αύξηση της τιμής του στο χρόνο. Για παράδειγμα, η απόδοση μιας μετοχής είναι το άθροισμα του μερίσματος που αποδίδει συν οποιαδήποτε αύξηση της τιμής της.

Ρευστότητα:

Η ρευστότητα ενός περιουσιακού στοιχείου είναι η εύκολη κι άμεση ανταλλαγή του με χρήμα, αγαθά, υπηρεσίες ή άλλα περιουσιακά στοιχεία. Η ρευστότητα κάνει τις συναλλαγές ευκολότερες και φθηνότερες, παρέχοντας ευελιξία στον κάτοχο του χαρτοφυλακίου, γιατί ένα περιουσιακό στοιχείο που ρευστοποιείται εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε χρήμα γρήγορα αν υπάρχει άμεση ανάγκη κεφαλαίων ή προκύψει μια καλή επενδυτική ευκαιρία.

Σταθμισμένη Μέση Ληκτότητα Χαρτοφυλακίου:

Σταθμισμένη Μέση Ληκτότητα ενός χαρτοφυλακίου είναι η μέση ληκτότητα του συνόλου των υποκείμενων τίτλων του χαρτοφυλακίου, σταθμισμένων κατά το ποσοστό επένδυσης σε αυτούς.

Συχνότητα τοκομεριδίου:

Τα τοκομερίδια καθορίζονται από το επιτόκιο έκδοσης και η συχνότητα πληρωμής τους διαφέρει από έκδοση σε έκδοση.

Παράδειγμα: Τα τοκομερίδια σε κρατικά ομόλογα συνήθως πληρώνονται μία φορά τον χρόνο, εκτός των τοκομεριδίων ομολογιών Η.Π.Α. όπου η πληρωμή γίνεται δύο φορές το χρόνο.

Τιμή ομολόγου:

Η τιμή του ομολόγου ορίζεται με βάση το εκατό (100), το οποίο αντιστοιχεί στην ονομαστική του αξία. Όταν η τιμή του ομολόγου είναι υψηλότερη από την ονομαστική του αξία, δηλαδή υπέρ το άρτιο (100), το ομόλογο διαπραγματεύεται με ανατίμηση (premium). Όταν η τιμή του ομολόγου είναι χαμηλότερη από την ονομαστική του αξία, δηλαδή υπό το άρτιο (100), το ομόλογο διαπραγματεύεται με έκπτωση (discount). Με βάση τα ανωτέρω, διακρίνουμε τις εξής τιμές:
 

  • Τιμή Έκδοσης (Issue Price): Είναι η τιμή στην οποία διατίθεται το ομόλογο από τον εκδότη του, κατά την έκδοσή του.
  • Τιμή Αγοράς: Είναι η τιμή στην οποία ο επενδυτής αγοράζει το ομόλογο.
  • Τιμή Πώλησης: Είναι η τιμή στην οποία ο επενδυτής πουλάει το ομόλογο.
  • Τιμή Αποπληρωμής (Redemption Price): Είναι η τιμή στην οποία αποπληρώνει ο εκδότης τον επενδυτή, κατά την λήξη του ομολόγου.
Τοκοµερίδιο (κουπόνι) ομολόγου:

Οι περιοδικές πληρωμές τόκου που καταβάλλονται στον κάτοχο του ομολόγου.

Τρέχουσα απόδοση:

Τρέχουσα απόδοση αποτελεί το ετήσιο έσοδο ενός ομολόγου διαιρούμενο με την τρέχουσα τιμή αγοράς.

Χαρτοφυλάκιο ( Portfolio ):

Χαρτοφυλάκιο είναι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που έχει ένας επενδυτής στην κατοχή του.

Παράδειγμα:
Οι μετοχές, τα ομόλογα, οι τίτλοι ιδιοκτησίας κτλ.

Η απόφαση για το ποια περιουσιακά στοιχεία θα έχει στην κατοχή του και σε ποια ποσότητα, ονομάζεται επιλογή χαρτοφυλακίου και μπορεί να είναι να περίπλοκη διαδικασία.