Back to top

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Arithmetic Mean:

Ο αριθμητικός μέσος είναι ο απλούστερος και πιο ευρέως χρησιμοποιούμενος μέσος όρος μέσου ή μέσου όρου. Απλώς περιλαμβάνει τη λήψη του αθροίσματος μιας ομάδας αριθμών, στη συνέχεια διαιρώντας το ποσό αυτό με τον αριθμό των αριθμών που χρησιμοποιήθηκαν στη σειρά. Για παράδειγμα, πάρτε 34, 44, 56 και 78. Το άθροισμα είναι 212. Ο αριθμητικός μέσος όρος είναι 212 διαιρούμενος με τέσσερις, ή 53. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν επίσης και άλλους άλλους τύπους μέσων όρων, όπως ο γεωμετρικός μέσος όρος και ο αρμονικός μέσος όρος, οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο σε ορισμένες καταστάσεις χρηματοδότησης και επενδύσεων.

Batting Average:

Είναι εκείνη η στατιστική μέθοδος μέτρησης της ικανότητας ενός χαρτοφυλακίου να αποδίδει ή να υπεραποδίδει όσο ένα ορόσημο ( δείκτη αναφοράς ). Ο δείκτης υπολογίζεται διαιρώντας τον αριθμό των περιόδων που αποδίδουν όσο το ορόσημο η υπεραποδίδουν αυτού, δια του συνολικού αριθμού των περιόδων.

Benchmark- Δείκτης Αναφοράς:

Δείκτης αναφοράς είναι η βάση με την οποία συγκρίνεται και αξιολογείται η απόδοση της διαχείρισης ενός χαρτοφυλακίου, μιας επενδυτικής τοποθέτησης ή ενός προϊόντος στην αγορά.

Παράδειγμα:
Δείκτες αναφορές για προθεσμιακές καταθέσεις σε ευρώ είναι το 3μηνο EURIBOR ή το Euro-LIBOR.

Calmar ratio:

Η μέση ετήσια απόδοση των προηγούμενων 36 μηνών διαιρούμενη με την μέγιστη πτώση των προηγούμενων 36 μηνών.

Correlation::

Ο βαθμός συσχέτισης μεταξύ του χαρτοφυλακίου και του οροσήμου ( δείκτη αναφοράς ).

Current yield - Τρέχουσα Απόδοση:

Τρέχουσα απόδοση είναι το ετήσιο έσοδο που αποδίδει ένα χρεόγραφο ( πχ ομόλογο )  στον επενδυτή του ( τοκομερίδιο, κουπόνι ) διαιρούμενο με την τρέχουσα τιμή  αγοράς του, ανεξάρτητα από τη διάρκεια του.

Τρέχουσα απόδοση = ( Ονομαστικό Επιτόκιο*Ονομαστική Τιμή ) / Τρέχουσα Τιμή Αγοράς

Dividend yield - Μερισματική Απόδοση:

Μερισματική απόδοση είναι το μέρισμα που πληρώνει μία εταιρία ως ποσοστό επί της χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής, για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Υπολογίζεται διαιρώντας το ετήσιο μέρισμα με την τιμή της μετοχής.

Παράδειγμα:
Αν μία μετοχή πληρώνει μέρισμα 1€ σε διάστημα ενός χρόνου και διαπραγματεύεται στα 25€, τότε έχει μερισματική απόδοση 4%.

Οι μεγάλες και ώριμες εταιρίες τείνουν να έχουν μεγαλύτερες μερισματικές αποδόσεις από τις πιο καινούριες ενώ εταιρίες με μεγάλη ανάπτυξη δεν έχουν μερισματική απόδοση γιατί δεν μοιράζουν καθόλου μέρισμα.

Η μερισματική απόδοση είναι ένας τρόπος να μετρηθεί το κέρδος που προσφέρει μία μετοχή για κάθε ευρώ που επενδύεται σε αυτή. Οι επενδυτές-μέτοχοι που θέλουν να εξασφαλίσουν ένα ελάχιστο εισόδημα θα προτιμήσουν τις μετοχές με τις υψηλότερες μερισματικές αποδόσεις.

Down side capture ratio:

Είναι το στατιστικό μέτρο της συνολικής απόδοσης του χαρτοφυλακίου στις καθοδικές αγορές. Χρησιμοποιείται για να αξιολογήσει πόσο καλά ένα χαρτοφυλάκιο επενδύσεων απέδοσε σε σχέση με έναν δείκτη κατά τις περιόδους κατά τις οποίες ο δείκτης αυτός έχει καθοδική τάση. Ο λόγος υπολογίζεται διαιρώντας τις αποδόσεις του χαρτοφυλακίου με τις αποδόσεις του δείκτη κατά την αρνητική αγορά και πολλαπλασιάζοντας αυτόν τον παράγοντα κατά 100.

Geometric Mean:

Γεωμετρικός μέσος όρος. Ο υπολογισμός του χρησιμοποιείται συνήθως για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων μιας επένδυσης ή χαρτοφυλακίου. Ο γεωμετρικός μέσος όρος πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εργασία με ποσοστά, τα οποία προέρχονται από τιμές, ενώ ο τυπικός αριθμητικός μέσος λειτουργεί με τις ίδιες τις τιμές. Είναι ένα μέτρο του σύνθετου ρυθμού ανάπτυξης ενός χαρτοφυλακίου . 

Παράδειγμα. Είχαμε τις εξής αποδόσεις για 5 χρόνια : 90%, 10%,20%, 30%, -90%.Ο αριθμητικός μέσος όρος μας δίνει 12%. Ο γεωμετρικός μέσος όρος όμως μα δίνει -20,08% το οποίο και είναι το πραγματικό.

Information ratio:

Το μέτρο απόδοσης ενός χαρτοφυλακίου πέραν της απόδοσης ενός οροσήμου (δείκτη αναφοράς ). Information ratio = Απόδοση χαρτοφυλακίου – Απόδοση οροσήμου / Tracking Error

Mean return:

Η μέση απόδοση είναι η αναμενόμενη αξία ή ο μέσος όρος όλων των πιθανών αποδόσεων των επενδύσεων που περιλαμβάνουν ένα χαρτοφυλάκιο. Μια μέση απόδοση είναι επίσης γνωστή ως αναμενόμενη απόδοση ή πόσο ένα χαρτοφυλάκιο αποδίδει σε μηνιαία βάση. Στον προϋπολογισμό, η μέση απόδοση είναι η μέση τιμή της κατανομής των πιθανών αποδόσεων.

Portfolio Variance:

Η διακύμανση του χαρτοφυλακίου είναι μια μέτρηση του κινδύνου, με τον τρόπο με τον οποίο οι συνολικές πραγματικές αποδόσεις ενός συνόλου τίτλων που αποτελούν ένα χαρτοφυλάκιο διακυμαίνονται διαχρονικά. Αυτό το στατιστικό στοιχείο διακύμανσης χαρτοφυλακίου υπολογίζεται χρησιμοποιώντας τις τυποποιημένες αποκλίσεις κάθε τίτλου στο χαρτοφυλάκιο καθώς και τις συσχετίσεις στο χαρτοφυλάκιο. Η διακύμανση του χαρτοφυλακίου εξετάζει τη συνδιακύμανση ή τους συντελεστές συσχέτισης για τους τίτλους του χαρτοφυλακίου. Γενικά, η χαμηλότερη συσχέτιση μεταξύ τίτλων σε ένα χαρτοφυλάκιο οδηγεί σε χαμηλότερη διακύμανση του χαρτοφυλακίου.

Price to Book Value ratio P/BV - Δείκτης Τιμής προς Λογιστική Αξία Μετοχής:

Δείκτης τιμής μιας μετοχής (Ρrice) προς τη λογιστική αξία της (Book Value) είναι ο αριθμοδείκτης που εκφράζει πόσο συγκρίσιμη είναι η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής σε σχέση με την πραγματική αξία της όπως προκύπτει από τα ιδία κεφάλαια, δηλαδή την περιουσιακή κατάσταση της επιχείρησης.

Υπολογισμός Δείκτη Τιμής προς Λογιστική Αξία Μετοχής

Όσο μικρότερη είναι η σχέση της χρηματιστηριακής προς τη λογιστική τιμή μιας μετοχής, η μετοχή θεωρείται υποτιμημένη και ενδεχομένως καλή επιλογή για το χαρτοφυλάκιο ενός επενδυτή.

Όταν η τιμή του δείκτη της τρέχουσας χρηματιστηριακής τιμής μιας μετοχής προς την λογιστική της αξία ισούται με τη μονάδα, τότε ο αγοραστής θεωρείται ότι πληρώνει μόνο για την απόκτηση των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας, και καθόλου υπεραξία.

Πιο συγκεκριμένα, όταν κάποιος επενδυτής αγοράζει μετοχές μιας εταιρίας, στην τιμή περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική λογιστική αξία του ενεργητικού της εταιρείας, όσο και κάποια υπεραξία καθώς τα υλικά περιουσιακά στοιχεία ( παραγωγικοί συντελεστές, κτίρια, αποθέματα κτλ) σε συνδυασμό με τα άυλα (φήμη, πελατολόγιο, οργάνωση παραγωγικής διαδικασίας κτλ) είναι διαρθρωμένα κατά τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε συνδυαστικά να παράγουν κέρδη.

Αυτή την υπεραξία επιχειρεί να αποτυπώσει ο δείκτης τιμής προς λογιστική αξία καθώς είναι γνωστός και ως πολλαπλασιαστής λογιστικής αξίας.

Price to Earnings ratio P/E - Δείκτης Τιμής προς Κέρδη ανά Μετοχή:

Δείκτης τιμής μιας μετοχής (Ρrice) προς κέρδη ανά μετοχή (Εarnings) είναι ο αριθμοδείκτης που ορίζεται διαιρώντας την τρέχουσα χρηματιστηριακή τιμή μιας μετοχής ως προς τα κέρδη ανά μετοχή της τελευταίας λογιστικής χρήσης.

Ο δείκτης αυτός υποδεικνύει το χρονικό διάστημα σε έτη, που χρειάζεται ένας επενδυτής για να ανακτήσει (χωρίς επανεπένδυση), το κεφάλαιο που δαπάνησε για την αγορά μίας μετοχής.

Εναλλακτικά, μέσω του δείκτη ένας επενδυτής αντιλαμβάνεται τι ποσό ανά μονάδα κερδών πρέπει να καταβάλει για να αποκτήσει τη μετοχή μιας συγκεκριμένης εταιρείας.

Παράδειγμα:
Έστω μία μετοχή Χ με τιμή στα 20€ και τα κέρδη ανά μετοχή στα 5€, τότε ο δείκτης P/E είναι (20 / 5 =) 4.

Δηλαδή η μετοχή πωλείται 4 φορές πάνω από τα ετήσια κέρδη ή εναλλακτικά ο επενδυτής θα πρέπει να περιμένει 4 χρόνια για να κάνει απόσβεση της επένδυσης του.

Ο λόγος τιμής προς κέρδη ανά μετοχή δεν υπολογίζεται όταν:

  • η επιχείρηση έχει ζημιές, καθώς ο δείκτης γίνεται αρνητικός
  • τα κέρδη είναι μηδέν, καθώς ο δείκτης ισούται με το άπειρο και δεν γίνεται να υπολογιστεί

Μια μετοχή με δείκτη Ρ/Ε χαμηλότερο από τις άλλες εταιρείες του ίδιου κλάδου και συναφούς αντικειμένου δραστηριότητας, θεωρείται υποτιμημένη, ενώ αντίθετα υψηλή αναλογία τιμής – κερδών δείχνει υψηλή ζήτηση από μεριάς επενδυτών για τις μετοχές μιας εταιρείας.

Αυτό συμβαίνει γιατί μετοχές με υψηλότερο P / E, προβλέπεται να ανακοινώσουν μεγάλη αύξηση κερδών.

R-Squared:

Αποτυπώνει το ποσοστό εξάρτησης της κίνησης ή μεταβολής ενός χαρτοφυλακίου από το ορόσημο (benchmark).

Realized Alpha:

Συχνά αναφέρεται και σαν υπερβάλλουσα/πλεονάζουσα απόδοση. Ο συντελεστής άλφα χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ικανότητα μιας στρατηγικής η ενός χαρτοφυλακίου να καταφέρει απόδοση μεγαλύτερη από την αγορά η ένα ορόσημο (benchmark).

Realized Beta:

Ο συντελεστής βήτα (beta coefficient) είναι ένας δείκτης που περιγράφει τη σχέση μεταξύ της μεταβλητότητας ενός χρεογράφου η ενός χαρτοφυλακίου και της μεταβλητότητας της αγοράς. Ο συντελεστής βήτα αντιπροσωπεύει τον συστημικό κίνδυνο ενός χρεογράφου η χαρτοφυλακίου. Υψηλός συντελεστής βήτα συνεπάγεται ότι η τιμή, και κατ’ επέκταση η απόδοση του χρεογράφου η του χαρτοφυλακίου επηρεάζεται σημαντικά από τις κινήσεις της αγοράς. Μικρές τιμές του συντελεστή beta σημαίνει ότι η απόδοση της επένδυσης μένει σχετικά ανεπηρέαστη από τις διακυμάνσεις της απόδοσης της αγοράς.

Realized Tracking Error:

Το σφάλμα παρακολούθησης αναφέρεται ως τυπική διαφορά εκατοστιαίας απόκλισης, η οποία αναφέρει τη διαφορά μεταξύ της απόδοσης ενός  χαρτοφυλακίου και του δείκτη αναφοράς.

Residual Risk:

Ο υπολειπόμενος η απροσδιόριστος κίνδυνος είναι ο κίνδυνος που παραμένει μετά τον υπολογισμό, την λογιστικοποίηση και την αντιστάθμιση όλων των κινδύνων. Αντιμετωπίζοντας τους παράγοντες ή εξαλείφοντας όλους τους γνωστούς κινδύνους της διαδικασίας, οι κίνδυνοι που παραμένουν στη διαδικασία μπορεί να οφείλονται σε άγνωστους παράγοντες ή σε τέτοιους κινδύνους λόγω γνωστών παραγόντων που δεν μπορούν να αντισταθμιστούν ή να αντισταθμιστούν. Αυτοί οι κίνδυνοι ονομάζονται υπολειπόμενοι κίνδυνοι.

Semi-Deviation Definition:

Η ημι-απόκλιση είναι μια μέθοδος μέτρησης των αρνητικών διακυμάνσεων των αποδόσεων της επένδυσης. Η ημι-απόκλιση θα αποκαλύψει τις χειρότερες επιδόσεις που αναμένονται από μια επικίνδυνη επένδυση. Η ημι-απόκλιση είναι μια εναλλακτική μέτρηση της τυπικής απόκλισης ή διακύμανσης. Ωστόσο, σε αντίθεση με αυτά τα μέτρα, η ημι-απόκλιση φαίνεται μόνο στις αρνητικές διακυμάνσεις των τιμών. Έτσι, η ημι-απόκλιση χρησιμοποιείται συχνότερα για την αξιολόγηση του κινδύνου μείωσης των επενδύσεων.

Sharpe ratio:

Το αποτέλεσμα της αφαίρεσης του ακίνδυνου επιτοκίου (risk free rate) από την μέση απόδοση, διαιρούμενο με την τυπική απόκλιση. Μέση απόδοση – ακίνδυνο επιτόκιο / τυπική απόκλιση. Ο δείκτης Sharpe ουσιαστικά υπολογίζει την ανταμοιβή του κινδύνου του εξεταζόμενου χαρτοφυλακίου, ανά μονάδα συνολικού κινδύνου.

Sortino Ratio:

Αποτελεί μια παραλλαγή του Sharpe ratio όπου για τον υπολογισμό του στον παρονομαστή του κλάσματος έχουμε την τυπική απόκλιση των πτωτικών αποδόσεων αντί των συνολικών.

Standard deviation - Σταθερή απόκλιση:

Η τυπική απόκλιση  είναι ένα μέτρο υπολογισμού του κινδύνου. Αποτυπώνει το µέγεθος της απόκλισης των πιθανών αποδόσεων της επένδυσης από την αναµενόµενη απόδοση. Δηλαδή μια μετοχή με υψηλή τυπική απόκλιση εκφράζει και υψηλή μεταβλητότητα, άρα και υψηλό κίνδυνο. Η χρήση της τυπικής απόκλισης, η οποία είναι η τετραγωνική ρίζα της διακύμανσης, έχει επικρατήσει, διότι εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό και συνεπώς είναι συγκρίσιμο.

Sterling Ratio:

Αποτελεί μια παραλλαγή του Sharpe ratio όπου για τον υπολογισμό του στον παρονομαστή του κλάσματος έχουμε την μέση ετήσια μεγίστη πτώση.

Time-Weighted Rate:

Ο χρονικά σταθμισμένος ρυθμός απόδοσης - Time-Weighted Rate (TWR) είναι ένα μέτρο του σύνθετου ρυθμού ανάπτυξης ενός χαρτοφυλακίου. Το μέτρο TWR χρησιμοποιείται συχνά για τη σύγκριση των αποδόσεων των διαχειριστών επενδύσεων, επειδή εξαλείφει τις στρεβλωτικές επιδράσεις στους ρυθμούς ανάπτυξης που δημιουργούνται από εισροές και εκροές χρημάτων. Η χρονικά σταθμισμένη απόδοση αναλύει την απόδοση ενός επενδυτικού χαρτοφυλακίου σε ξεχωριστά χρονικά διαστήματα ανάλογα με το αν προστέθηκαν ή αποσύρθηκαν χρήματα από το ταμείο. Το χρονικά σταθμισμένο μέτρο επιστροφής ονομάζεται επίσης γεωμετρική μέση απόδοση, 

Total Return:

Η συνολική απόδοση, κατά τη μέτρηση των επιδόσεων, είναι ο πραγματικός ρυθμός απόδοσης μιας επένδυσης ή μιας ομάδας επενδύσεων σε μια δεδομένη περίοδο αξιολόγησης. Η συνολική απόδοση περιλαμβάνει τους τόκους, τα κεφαλαιουχικά κέρδη, τα μερίσματα και τις διανομές που πραγματοποιήθηκαν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο.  Σύνολο απόδοσης για δύο κατηγορίες εσόδων. Από έσοδα συμπεριλαμβανομένων των τόκων που καταβάλλονται από επενδύσεις σταθερού εισοδήματος, διανομές ή μερίσματα και ανατίμηση κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν τη μεταβολή της τιμής αγοράς ενός περιουσιακού στοιχείου.

TRAKING ERROR:

Το σφάλμα εντοπισμού είναι η απόκλιση μεταξύ της συμπεριφοράς των τιμών μιας θέσης ή ενός χαρτοφυλακίου και της συμπεριφοράς των τιμών ενός δείκτη αναφοράς. Αυτό συμβαίνει συχνά στο πλαίσιο ενός αμοιβαίου κεφαλαίου αμοιβαίων κεφαλαίων ή αμοιβαίου κεφαλαίου (ETF) που δεν λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο όπως επιδιωκόταν, δημιουργώντας αντ 'αυτού απροσδόκητο κέρδος ή ζημία. Το σφάλμα παρακολούθησης αναφέρεται ως τυπική διαφορά εκατοστιαίας απόκλισης, η οποία αναφέρει τη διαφορά μεταξύ της απόδοσης που λαμβάνει ένας επενδυτής και του δείκτη αναφοράς που προσπαθούν να μιμηθούν.

Treynor ratio:

Εκφράζει την απόδοση μιας επένδυσης ανά μονάδα ανειλημμένου συστημικού κινδύνου.Treynor ratio = απόδοση χαρτοφυλακίου -ακίνδυνο επιτόκιο / βήτα χαρτοφυλακίου.

Up side capture ratio:

Είναι το στατιστικό μέτρο της συνολικής απόδοσης του χαρτοφυλακίου στις ανοδικές αγορές. Χρησιμοποιείται για να αξιολογήσει πόσο καλά ένα χαρτοφυλάκιο επενδύσεων απέδοσε σε σχέση με έναν δείκτη κατά τις περιόδους κατά τις οποίες ο δείκτης αυτός έχει αυξητική τάση. Ο λόγος υπολογίζεται διαιρώντας τις αποδόσεις του χαρτοφυλακίου με τις αποδόσεις του δείκτη κατά την θετική αγορά και πολλαπλασιάζοντας αυτόν τον παράγοντα κατά 100.

VAR:

Ως ορισμό, μπορούμε να πούμε ότι η VaR υπολογίζει τη μέγιστη δυνατή ζημία που μπορεί να υποστεί ένα χαρτοφυλάκιο για μία δεδομένη χρονική περίοδο και για ένα δεδομένο επίπεδο εμπιστοσύνης. Η VaR δηλαδή αποτελεί μία συνοπτική απεικόνιση του κινδύνου της αγοράς και παράλληλα περιλαμβάνει δύο πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά: (α) την πιθανότητα, που εκφράζει το πόσο πιθανό είναι οι ζημίες να είναι μεγαλύτερες από το δεδομένο ποσό και (β) μετράει τον κίνδυνο, σε νομισματικές μονάδες, δηλαδή μετράει το ποσό το οποίο θα χαθεί σε μία δεδομένη χρονική περίοδο, η οποία εξαρτάται από τη χρονική περίοδο για την οποία το χαρτοφυλάκιο παραμένει σταθερό.

Yield - Απόδοση ομολόγου:

Το καθαρό κέρδος από την αγορά των οµολόγων, το οποίο βασίζεται στην τιμή αγοράς και τον τόκο που θα αποκομίζει μέσω των κουπονιών ο επενδυτής.

Yield to call - Απόδοση ομολόγου κατά την ηµεροµηνία εξαγοράς :

Η απόδοση που αποφέρει ένα οµόλογο από την ηµεροµηνία αγοράς µέχρι την ηµεροµηνία εξαγοράς του από τον εκδότη του.

Yield to Maturity - Απόδοση μέχρι τη Λήξη:

Η συνολική απόδοση (τόκοι + κεφαλαιακό κέρδος) που αποφέρει ένα οµόλογο από την ηµεροµηνία αγοράς έως την ηµεροµηνία λήξης του (maturity) και εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις 100 (%). Εννοείται ότι ο υπολογισμός γίνεται με την υπόθεση ότι το ομόλογο διακρατείται μέχρι τη λήξη του και ότι οι τόκοι του ομολόγου (κουπόνια) και η αποπληρωμή του ομολόγου στη λήξη καταβάλλονται κανονικά.

Yield To Worst (YTW):

Είναι η χαμηλότερη δυνητική απόδοση που μπορεί να ληφθεί σε ένα ομολογιακό δάνειο χωρίς ο εκδότης να αθετήσει τις πληρωμές. Το YTW υπολογίζεται με βάση τις παραδοχές του χειρότερου σεναρίου για την έκδοση, υπολογίζοντας την απόδοση που θα εισπράττεται εάν ο εκδότης χρησιμοποιεί προβλέψεις, συμπεριλαμβανομένων των προπληρωμών και των ανακλήσεων. Αυτή η μέτρηση χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του χειρότερου σεναρίου απόδοσης για να βοηθήσει τους επενδυτές να διαχειρίζονται τους κινδύνους και να διασφαλίσει ότι θα τηρηθούν ακόμη οι ειδικές απαιτήσεις εισοδήματος ακόμα και στα χειρότερα σενάρια.

Αμοιβαία Κεφάλαια (Α/Κ):

Το Αμοιβαίο Κεφάλαιο (Α/Κ) είναι ομάδα περιουσίας που αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, της οποίας τα επί μέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα. Η διαχείριση του Α/Κ αναλαμβάνεται από Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων. Βασικό στοιχείο της διαχείρισης του Α/Κ αποτελεί η διαίρεση της περιουσίας του σε ισάξια μερίδια. Οι επενδυτές που επιθυμούν να τοποθετήσουν τα διαθέσιμα τους στο Α/Κ αγοράζουν κάποια από τα μερίδια. Η τιμή των μεριδίων μεταβάλλεται καθημερινά, αφού τα κεφάλαια του Α/Κ επενδύονται σε χρηματοοικονομικά κυρίως προϊόντα των οποίων η τιμή μεταβάλλεται, λόγω της καθημερινής τους διαπραγμάτευσης στις αγορές, αλλά και λόγω της απόδοσης των χρηματοοικονομικών αυτών προϊόντων (μερίσματα, τοκομερίδια, τόκοι). Στην Ελλάδα, τα Α/Κ κατατάσσονται στις εξής βασικές κατηγορίες:

  • Αμοιβαία Διαθεσίμων: Επενδύουν κυρίως σε προϊόντα χρηματαγοράς, δευτερευόντως σε τίτλους σταθερού εισοδήματος
  • Ομολογιακά Αμοιβαία: Επενδύουν κυρίως σε μακροπρόθεσμους τίτλους σταθερού εισοδήματος
  • Μετοχικά Αμοιβαία: Επενδύουν κυρίως σε μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο
  • Μικτά Αμοιβαία: Επενδύουν σε συνδυασμό προϊόντων των προηγουμένων κατηγοριών
  • Αμοιβαία Ειδικού τύπου: Επενδύουν κυρίως σε συγκεκριμένους κλάδους (π.χ. τεχνολογία, πληροφορική, κατασκευές κτλ)
Ανοχή Κινδύνου (Risk tolerance):

Ανοχή κινδύνου είναι τα αποδεκτά επίπεδα κινδύνου που αναλαμβάνει ένας επενδυτής προκειμένου να επιτύχει τις αποδόσεις που επιθυμεί στις επενδύσεις του.

Όσο μεγαλύτερη είναι η ανοχή στον κίνδυνο τόσο μεγαλύτερη είναι η σύνθεση του χαρτοφυλακίου του με μετοχές υψηλού κινδύνου, χρεόγραφα και ξένα νομίσματα.

Αντιστάθμιση Κινδύνου (Hedging):

Αντιστάθμιση κινδύνου (hedging) είναι μια τεχνική κάλυψης απέναντι στις απώλειες κεφαλαίων που μπορεί να προκύψουν ως αποτέλεσμα απρόσμενων κινήσεων της αγοράς, με χαρακτηριστικότερη την προστασία έναντι του συναλλαγματικού (currency risk), του επιτοκιακού (interest rate risk) ή του συστημικού κινδύνου (market risk).

Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την αγορά χρηματοπιστωτικών εργαλείων τα οποία δίνουν το αντίθετο αποτέλεσμα από μια επενδυτική κίνηση όπως είναι τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και τα συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης (options), ώστε να μετριαστούν οι απώλειες.

Παράδειγμα:
Ένας επενδυτής έχει στο χαρτοφυλάκιο του μετοχές αξίας 100€ η κάθε μία. Για αντιστάθμιση κινδύνου, αγοράζει ένα δικαίωμα πώλησης (put option) για τις μετοχές με τιμή εξάσκησης στα 100€.

  • Αν η τιμή των μετοχών ανέβει πάνω από 100€, ο επενδυτής θα χάσει μόνο τα  χρήματα που έδωσε για την αγορά του put option, αφού δεν θα το εξασκήσει, και θα βγάλει κέρδος από την άνοδο της αξίας των μετοχών.
  • Αν η τιμή όμως πέσει, πχ στα 10€, σε περίπτωση που δεν είχε αγοράσει το δικαίωμα πώλησης θα έχανε 90€ ανά μετοχή, δηλαδή το 90% της αξίας του χαρτοφυλακίου του. Εξασκώντας όμως το put option, μπορεί να αγοράσει μετοχές στην τιμή των 10€ από το χρηματιστήριο και να τις επαναπωλήσει απευθείας στον εκδότη του δικαιώματος πώλησης (put option) για 100€, ελαχιστοποιώντας τις απώλειες του.

Δυναμική αντιστάθμιση κινδύνου (dynamic hedging) είναι η στρατηγική της ανάληψης μιας θέσης option της οποίας η αξία διαφέρει ανάλογα με τις αλλαγές της τιμής του υποκειμένου μέσου (underlying instrument) ούτως ώστε ένα  κέρδος ή ζημία στην τιμή του υποκειμένου μέσου να αντισταθμίζεται πλήρως από μία ζημία ή από ένα κέρδος της θέσης option.

Αντιστάθμιση συναλλαγματικού κινδύνου:

Αντιστάθμιση κινδύνου είναι και η προθεσμιακή πώληση ενός νομίσματος για να μειωθεί ο συναλλαγματικός κίνδυνος που φέρει η κατοχή ενός περιουσιακού στοιχείου που εκφράζεται στο νόμισμα αυτό.

Παράδειγμα:
Μια ευρωπαϊκή εταιρεία που εισάγει εμπορεύματα από τις ΗΠΑ και πληρώνει με δολάρια θα θελήσει να προστατευθεί σε περίπτωση υποτίμησης του ευρώ έναντι του δολαρίου στο μέλλον.

Η χρονική περίοδος της σχετικής σύμβασης μπορεί να συμπίπτει με το χρόνο της αναμενόμενης ρευστόποίησης του περιουσιακού στοιχείου ή ενδέχεται να είναι μεγαλύτερης διάρκειας για να αντισταθμίσει τον κίνδυνο για ένα περιουσιακό στοιχείο που αναμένεται να διακρατηθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΟΣ ΤΟΚΟΣ:

Είναι ο οφειλόμενος από τον εκδότη αλλά μη απαιτητός ακόμα από τον επενδυτή (κάτοχο του ομολόγου) τόκος που έχει σωρευτεί μεταξύ της ημερομηνίας τελευταίας πληρωμής τοκομεριδίου και της ημερομηνίας πώλησης του ομολόγου.

Διαβάθμιση Εξασφάλισης ομολόγων:

Προτεραιότητα κάλυψης των απαιτήσεων των κατόχων σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας του εκδότη.

  • Senior Debt Instruments: Τίτλοι υψηλής εξασφάλισης
  • Subordinated Debt Instruments: Τίτλοι μειωμένης εξασφάλισης
  • Tier 2 Capital: Συμπληρωματικά Ίδια Κεφάλαια.
  • Lower Tier 2 Capital: Πρόσθετα Συμπληρωματικά Κεφάλαια.
  • Upper Tier 2 Capital: Κύρια Συμπληρωματικά Κεφάλαια.
  • Tier 1 Capital: Βασικά Ίδια Κεφάλαια.
  • Lower Tier 1 Capital: Πρόσθετα Βασικά Ίδια Κεφάλαια
  • Upper Tier 1 Capital: Κύρια Βασικά Ίδια Κεφάλαια
Διαπραγματεύσιμα Αμοιβαία Κεφάλαια ( ΔΑΚ ) - Exchange Trade Funds ( ETF ):

Ειδική κατηγορία Αμοιβαίων Κεφαλαίων αποτελούν τα χρηματιστηριακώς διαπραγματεύσιμα αμοιβαία (Εxchange Traded Funds - ETFs). Από τις τοποθετήσεις των ETFs προκύπτουν χαρτοφυλάκια που σχετίζονται και έχουν παράλληλη πορεία με κάποιον χρηματιστηριακό δείκτη μετοχών ή μία ομάδα μετοχών (καλάθι μετοχών). Ειδική περίπτωση των ETFs αποτελούν  τα λεγόμενα  Exchange Traded Commodities (ETCs), στο πλαίσιο των οποίων προκύπτουν χαρτοφυλάκια που σχετίζονται και έχουν παράλληλη πορεία με κάποιο χρηματιστηριακό δείκτη εμπορευμάτων ή ορισμένα εμπορεύματα.

Διάρκεια Ομολόγου:

Η διάρκεια αποτελεί ένα μέτρο της ταχύτητας αποπληρωμής ενός ομολόγου και επιτρέπει την σύγκριση ομολόγων με διαφορετικούς τρόπους αποπληρωμής και ίδια ημερομηνία λήξης. Ένας απλός τρόπος υπολογισμού είναι ο Bond duration. Η διάρκεια είναι επίσης χρήσιμη ως μέτρο κινδύνου γιατί αποτελεί προσέγγιση της ευαισθησίας της αγοραίας αξίας ενός ομολόγου στις μεταβολές του επιτοκίου.

Διάσπαση Μετοχών (Stock split):

•Διάσπαση μετοχών (stock split) είναι η εταιρική πράξη κατά την οποία οι υπάρχουσες μετοχές μιας επιχείρησης διαιρούνται σε περισσότερες και μειώνεται η τιμή τους αναλογικά ώστε να μην αλλάξει η συνολική αξία των μετοχών που έχει στα χέρια του κάθε μέτοχος.

•Μία εταιρεία που οι μετοχές της έχουν καλές επιδόσεις μπορεί να αποφασίσει να κάνει stock split αν η τιμή της μετοχής έχει ανέβει τόσο υψηλά που θεωρείται πλέον ακριβή για τους μικροεπενδυτές.

•Με τη διάσπαση (stock split) η εταιρεία αναμένει να αυξήσει την εμπορευσιμότητα των μετοχών της ενώ ταυτόχρονα διατηρεί την αναλογική ιδιοκτησία των παλαιών μετόχων.

•Το stock split θεωρείται ότι έχει κυρίως ψυχολογικά οφέλη καθώς οι επενδυτές αναμένουν ότι η τιμή των μετοχών θα ανέλθουν και πάλι σε προ του split επίπεδα, άρα τελικώς θα βγουν ωφελημένοι.

Διαφοροποίηση:

Ονομάζεται η συλλογή περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην κυριότητα μιας οικονομικής μονάδας. Ένα χαρτοφυλάκιο συνήθως αποτελείται από τοποθετήσεις σε πολλά διαφορετικά στοιχεία με διαφορετικές αποδόσεις. Αυτό γίνεται στα πλαίσια της διαδικασίας που ονομάζεται διαφοροποίηση και έχει σκοπό τη μείωση συγκεκριμένων κατηγοριών κινδύνου. Στο πλαίσιο της θεωρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου οι επενδυτές τοποθετούν τον πλούτο τους σε πολλά διαφορετικά περιουσιακά στοιχεία με σκοπό τη μεγιστοποίηση της απόδοσης και την ελαχιστοποίηση του κινδύνου, ή την επίτευξη ενός συνδυασμού απόδοσης-κινδύνου κατάλληλου για της ανάγκες κάθε συγκεκριμένου επενδυτή. Για παράδειγμα πολλοί επενδυτές κατέχουν ένα ή περισσότερα ακίνητα, έχουν επενδύσει σε μετοχές, ομολογίες, σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, τραπεζικές καταθέσεις, εμπορεύματα κλπ. Σε κάθε περίπτωση τα χαρτοφυλάκια αποτελούνται από περισσότερα του ενός περιουσιακά στοιχεία.

Είδη επενδυτικών κινδύνων:

Οι εταιρείες και οι επενδυτές αντιμετωπίζουν διάφορα άλλα είδη κινδύνου ως αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων τους.

Μερικοί από τους οποίους είναι:

  • Κεφαλαιακός κίνδυνος
  • Κίνδυνος ανάκλησης
  • Κίνδυνος διακανονισμού
  • Κίνδυνος εκδότη
  • Κίνδυνος επανεπένδυσης
  • Κίνδυνος πτώχευσης
  • Κίνδυνος ρευστότητας
  • Λειτουργικός / Επιχειρησιακός κίνδυνος
  • Νομικός κίνδυνος
  • Νομοθετικός κίνδυνος
  • Πιστωτικός κίνδυνος
  • Συστημικός κίνδυνος
Εκδότης ομολόγου:

Είναι ο χρηματοοικονομικός οργανισμός (τράπεζα, εταιρεία, κράτος) ο οποίος δανείζεται κεφάλαια από τους επενδυτές µε την έκδοση του οµολόγου (µπορεί να είναι η κυβέρνηση ή μια εταιρεία).

Επενδύσεις Σταθερού Εισοδήματος (Fixed income):

Επενδύσεις σταθερού εισοδήματος είναι επενδύσεις που παρέχουν στους επενδυτές αποδόσεις με τη μορφή σταθερών περιοδικών πληρωμών και πλήρη επιστροφή του κεφαλαίου στη λήξη τους.

Παράδειγμα:
Eπενδύσεις σταθερού εισοδήματος είναι οι καταθέσεις σταθερού επιτοκίου, τα κυβερνητικά, δημοτικά και εταιρικά ομόλογα που πληρώνουν σταθερό ποσό για τα κουπόνια μέχρι τη λήξη τους, οι προνομιούχες μετοχές που εκδίδονται με τον όρο ότι θα καταβάλλουν ένα σταθερό μέρισμα, τα πιστοποιητικά καταθέσεων (CDs) και τα εμπορικά χρεόγραφα (CPs).

Σταθερό επίπεδο εισοδήματος μπορεί να θεωρηθεί και η καταβολή της μηνιαίας σύνταξης, ενώ αντιθέτως δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν πληρωμές σταθερού εισοδήματος οι τόκοι των δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο ή τα μερίσματα που αναμένεται να εισπραχθούν από κοινές μετοχές.

Επιτοκιακός Κίνδυνος (Interest rate risk):

Επιτοκιακός κίνδυνος είναι ο κίνδυνος να αλλάξει η αξία μιας επένδυσης εξαιτίας μεταβολών στο επίπεδο των επιτοκίων.

Καθώς αυξάνονται τα επιτόκια οι τιμές των ομολόγων μειώνονται στη δευτερογενή αγορά και το ανάποδο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι καθώς τα επιτόκια αυξάνονται, το κόστος ευκαιρίας διακράτησης ενός ομολόγου αυξάνεται και οι επενδυτές θα στραφούν σε επενδυτικά προϊόντα με υψηλότερες αποδόσεις.

Πιο συγκεκριμένα, όταν τα επιτόκια αυξάνονται, παρουσιάζονται στην αγορά νέες εκδόσεις με υψηλότερες αποδόσεις από τις παλαιότερες, κάνοντας τις παλαιές εκδόσεις ομολόγων να αξίζουν λιγότερο. Επομένως οι τιμές τους πέφτουν.

Αντίθετα, όταν τα επιτόκια μειώνονται οι νέες εκδόσεις ομολόγων που παρουσιάζονται στην αγορά έχουν χαμηλότερες αποδόσεις από τις παλιότερες εκδόσεις κι άρα κάνουν τις παλιές εκδόσεις να παρουσιάζουν μεγαλύτερη τρέχουσα απόδοση. Επομένως οι τιμές ανεβαίνουν.

Σαν αποτέλεσμα εάν ένας επενδυτής θελήσει να πουλήσει το ομόλογο πριν την λήξη του, αυτό μπορεί να αξίζει περισσότερο ή λιγότερο απ’ ότι πλήρωσε για να το αγοράσει.

Παράδειγμα:
Ένα ομόλογο με 5% επιτόκιο αξίζει περισσότερο αν τα επιτόκια είναι χαμηλά καθώς ο επενδυτής απολαμβάνει μία σταθερή απόδοση σε σχέση με την αγορά που προσφέρει μειωμένες αποδόσεις όταν τα επιτόκια είναι χαμηλά.

Ο επιτοκιακός κίνδυνος επηρεάζει συνήθως τις τιμές των ομολόγων περισσότερο από των μετοχών.

Επιτοκιακός κίνδυνος - Παράγοντες επηρεασμού:

Διάφοροι οικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν το επίπεδο της κατεύθυνσης των επιτοκίων στην οικονομία. Τα επιτόκια παραδοσιακά αυξάνονται όταν η οικονομία παρουσιάζει ανάπτυξη και μειώνονται όταν η οικονομία παρουσιάζει υποχώρηση της ανάπτυξης.

Με παρόμοιο τρόπο η άνοδος του πληθωρισμού οδηγεί σε άνοδο των επιτοκίων (παρόλο που από ένα σημείο και μετά τα υψηλότερα επιτόκια συμβάλλουν στον υψηλότερο πληθωρισμό) και ένας χαμηλός πληθωρισμός οδηγεί σε χαμηλότερα επιτόκια. Ο πληθωρισμός είναι ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες επηρεασμού των επιτοκίων.

Οι μεταβολές στα επιτόκια συνήθως επηρεάζουν τα χρεόγραφα με αντίστροφη σχέση, άρα ο επιτοκιακός κίνδυνος μπορεί να μειωθεί με την:

  • διαφοροποίηση χαρτοφυλακίου (diversification), αγοράζοντας χρεόγραφα με διαφορετικές αποδόσεις και ωριμάνσεις
  • αντιστάθμιση κινδύνου (hedging), αγοράζοντας προϊόντα, όπως το επιτοκιακό swap
Ημερομηνία Έκδοσης ομολόγου(Issue Date):

Είναι η ημερομηνία που εκδίδεται το ομόλογο.

Θεματοφύλακας:

Πρόκειται για νομικό πρόσωπο (Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, Τράπεζες, ΑΕΠΕΥ κτλ.) το οποίο έχει αναλάβει, κατόπιν έγγραφης συμφωνίας, τη φύλαξη ενός κινητού αντικειμένου (χρήματα και χρηματοπιστωτικά μέσα ) και έχει την υποχρέωση επιστροφής του μετά από δήλωση του συμβαλλόμενου ή παρακαταθέτη, ο οποίος και του το δάνεισε. Κατόπιν συμφωνίας η υπηρεσία χρεώνεται αναλόγως.Ενημερωθείτε για τους θεματοφύλακες της HellasFin.

Κίνδυνος:

Ο κίνδυνος σχετίζεται με την αβεβαιότητα της απόδοσης ενός περιουσιακού στοιχείου ή μιας επένδυσης. Ένα χαρτοφυλάκιο έχει υψηλό κίνδυνο όταν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η πραγματική του απόδοση να διαφέρει κατά πολύ από την προσδοκώμενη Για παράδειγμα, η μετοχή μιας νεοϊδρυθείσας εταιρίας του διαδικτύου, μπορεί να δεκαπλασιαστεί, αν η εταιρία πετύχει, αλλά στην αντίθετη περίπτωση δεν θα έχει καμιά αξία για τους μετόχους της.

Κίνδυνος Μεταβλητότητας:

Η τιμή μιας μετοχής ή ενός ομολόγου που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές και ΠΜΔ (Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης) υπόκειται σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις, οι οποίες μάλιστα δεν είναι απαραίτητο να συνδέονται αιτιωδώς με την οικονομική πορεία της εκδότριας εταιρίας ή του κράτους. Δημιουργείται έτσι κίνδυνος απώλειας μέρους ή και υπό περιστάσεις του συνόλου του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί. Υπογραμμίζεται ότι ποτέ δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί η ανοδική ή καθοδική πορεία μιας μετοχής ή ενός ομολόγου, ούτε η διάρκεια μιας τέτοιας  πορείας. Υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως ότι η πορεία της χρηματιστηριακής  αξίας μιας μετοχής  είναι  συνάρτηση πολλών παραγόντων και δεν εξαρτάται  μόνον από τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας, όπως π.χ. αυτά απεικονίζονται βάσει των αρχών της θεμελιώδους ανάλυσης.

Μέρισμα (Dividend):

Μέρισμα είναι το μερίδιο ανά μετοχή των καθαρών κερδών μιας εταιρείας που διανέμεται στους μετόχους της.

Τα μερίσματα συνήθως δίνονται σε μετρητά αλλά μπορούν να δοθούν και με την μορφή μετοχών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων. Τα μερίσματα παρέχουν ένα κίνητρο στους επενδυτές να κατέχουν μετοχές από μεγάλες εταιρίες ακόμα και αν δεν αναμένεται μεγάλη ανάπτυξη από αυτές.

Το μέρισμα συνήθως αναφέρεται με όρους χρηματικής αξίας, δηλαδή πόσα ευρώ θα αποδώσει κάθε μετοχή, αλλά μπορεί να αναφέρεται επίσης ως ποσοστό επί της αγοραίας αξίας της μετοχής, όρος γνωστός και ως μερισματική απόδοση. Οι εταιρίες δεν είναι υποχρεωμένες να αποδώσουν μέρισμα.

Οι εταιρίες που προσφέρουν μέρισμα είναι συνήθως εταιρίες που έχουν περάσει το στάδιο της ανάπτυξης και δεν χρειάζεται πλέον να επανεπενδύουν συνεχώς τα κέρδη τους, έτσι επιλέγουν να πληρώσουν τους μετόχους τους.

Αντιθέτως, οι εταιρίες υψηλής ανάπτυξης σπάνια προσφέρουν μέρισμα, γιατί όλα τα κέρδη τους επανεπενδύονται για να διατηρηθεί αυτή η ανάπτυξη.

Μέση απόδοση στη λήξη:

Η μέση ετήσια απόδοση ενός χαρτοφυλακίου σε περίπτωση διακράτησης όλων των τίτλων έως την ημερομηνία λήξης.

Μετοχές:

Μία μετοχή αποτελεί κλάσμα του μετοχικού κεφαλαίου μιας ανώνυμης εταιρίας. Η μετοχή, ως αξιόγραφο, ενσωματώνει τα δικαιώματα του μετόχου που πηγάζουν από τη συμμετοχή του στην ανώνυμη εταιρία. Τα δικαιώματα αυτά, συνήθως, αντιστοιχούν στον αριθμό των μετοχών που κατέχει ο μέτοχος. Ενδεικτικά δικαιώματα που προκύπτουν από την κατοχή μετοχών είναι το δικαίωμα μερίσματος από τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρίας (εφόσον διανέμονται), καθώς και αντίστοιχο ποσοστό από την περιουσία της εταιρίας, σε περίπτωση λύσης αυτής. Οι μετοχές μπορούν να είναι κοινές, προνομιούχες, ονομαστικές ή ανώνυμες, μετά ψήφου ή χωρίς ψήφο, διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης ή μη διαπραγματεύσιμες σε σχετικές αγορές.

Ομόλογα - Είδη - Κατηγορίες:

Τα ομόλογα κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες:

  • Ανάλογα µε την ιδιότητα του εκδότη, δηλαδή αν ο εκδότης είναι το δηµόσιο ή ιδιωτικές εταιρίες. Έτσι τα ομόλογα διακρίνονται σε κρατικά και εταιρικά, δημοτικά, υπερεθνικά ή διεθνή.
  • Ανάλογα με τον Εκδότη:
  1. Κυβερνητικό ομόλογο (treasury bond)
  2. Επιχειρηματικό ομόλογο (corporate bond)
  3. Δημοτικό ομόλογο (municipal bond)
  4. Υπερεθνικό ομόλογο (supranational bond)
  • Ανάλογα µε το είδος του επιτοκίου (τοκομερίδιο) που πληρώνουν διακρίνονται σε σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου.
  • Ανάλογα µε τον τρόπο είσπραξης των αποδόσεων, υπάρχουν ομόλογα µε κουπόνι και ομόλογα χωρίς κουπόνι (zero coupon bonds).
  • Ανάλογα µε την διάρκεια ζωής τους, υπάρχουν ομόλογα διάρκειας μερικών μηνών έως και ομόλογα που δεν έχουν λήξη (διηνεκείς ομολογίες) όπου το κουπόνι καταβάλλεται από τον εκδότη επ' άπειρο. 
  • Αναλόγως με το κουπόνι και το είδος των πληρωμών
  • Ομόλογα που διαπραγματεύονται με έκπτωση από την ονομαστική τους αξία και πραγματοποιούν μόνο μια καταβολή κεφαλαίου στην λήξη τους (discount securities):
    1. Ομόλογα που διαπραγματεύονται με έκπτωση από την ονομαστική τους αξία και πραγματοποιούν μόνο μια καταβολή κεφαλαίου στην λήξη τους (discount  securities):
    2. Έντοκο γραμμάτιο (treasury bill). Τίτλοι μικρής διάρκειας, οι οποίοι πωλούνται στους επενδυτές σε χαμηλότερη τιμή από την τελική ονομαστική τους αξία. Έχουμε  εκδόσεις διάρκειας 13, 26 και 52 εβδομάδων.. Ομόλογο μηδενικού επιτοκίου (Zero coupon bond).
    3. Ομόλογα που δεν προβλέπουν ενδιάμεσες πληρωμές κουπονιών. Συνήθως έχουν διάρκεια από 1 έως 3 χρόνια. Υπάρχει μια αρχική πληρωμή από τον αγοραστή     προς τον εκδότη και μία τελική πληρωμή προς εκείνον που προσκομίζει το ομόλογο.
  • Ομόλογα που πραγματοποιούν πολλές περιοδικές πληρωμές τοκομεριδίων πριν την λήξη τους και μία τελική πληρωμή κεφαλαίου (αγγλικά: coupon bonds):
    1. Σταθερού επιτοκίου (fixed coupon). Η πιο διαδεδομένη και απλή μορφή ομολόγων. Είναι τίτλοι μέσης και μεγάλης διάρκειας. Το επιτόκιο με βάση το οποίο υπολογίζεται η κάθε πληρωμή, είναι σταθερό για όλη τη διάρκεια ζωής των ομολόγων ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της αγοράς. H τακτικότητα των πληρωμών είναι ανά εξάμηνο ή ανά χρόνο.
    2. Κυμαινόμενου επιτοκίου (floating rate note). Πρόκειται για ομόλογα στα οποία το επιτόκιο κάθε περιόδου (από κουπόνι σε κουπόνι) αναπροσαρμόζεται με βάση κάποιον δείκτη, κάποιο δηλαδή επιτόκιο βάσης. Επί του επιτοκίου αυτού υπάρχει συνήθως ένα περιθώριο (spread) που αντιπροσωπεύει ένα είδος ασφαλίστρου και εξαρτάται από την πιστοληπτική ικανότητα του εκδότη και την διάρκεια του ομολόγου. H τακτικότητα των πληρωμών, των τοκομεριδίων ομολόγων κυμαινόμενου επιτοκίου είναι ανά τρίμηνο, ανά εξάμηνο ή ανά χρόνο, ανάλογα με την συχνότητα του επιτοκίου βάσης. Για παράδειγμα ένα επταετές ομόλογο του Ελληνικού δημοσίου κυμαινόμενου επιτοκίου, φέρει τοκομερίδιο που για κάθε περίοδο ισούται με το επιτόκιο του ετησίου εντόκου γραμματίου που ισχύει κατά την ημέρα ανανέωσης του τοκομεριδίου συν κάποιο περιθώριο. Στις ευρωαγορές σαν επιτόκιο αναφοράς χρησιμοποιείται συχνά το εξάμηνο Euribor. Με την αγορά ενός ομολόγου κυμαινόμενου επιτοκίου ο επενδυτής εξασφαλίζει για μια μακροχρόνια επένδυση επιτόκια κοντά στις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς.
    3. Τιμαριθμοποιημένα (ομόλογα συνδεδεμένα με κάποιο δείκτη). Πρόκειται για πιο εξειδικευμένες εκδόσεις ομολόγων. Φέρουν μεν σταθερό επιτόκιο, αλλά προκειμένου να υπολογιστεί η αξία του τοκομεριδίου λαμβάνεται υπόψη μια μεταβαλλόμενη ονομαστική αξία. Χρησιμοποιείται γι’ αυτό κάποιος δείκτης με βάση τον οποίο αναπροσαρμόζεται η αξία επί της οποίας εφαρμόζεται το σταθερό επιτόκιο. Τέτοια κυβερνητικά ομόλογα χρησιμοποιούν συχνά τον δείκτη του πληθωρισμού. Έτσι παρέχουν προστασία στους επενδυτές από μια άνοδο του πληθωρισμού ή εξασφαλίζουν μια ελάχιστη σταθερή απόδοση σε περίπτωση αρνητικής μεταβολής αυτού. Εταιρείες εκδίδουν συνήθως ομόλογα συνδεδεμένα με τον δείκτη τιμών του χρηματιστηρίου.
    4. Ομόλογα με δικαίωμα ανάκλησης ή πρόωρης εξόφλησης ( Callable bond & Puttable bond ). Επίσης εξειδικευμένες εκδόσεις ομολόγων. Διαφέρουν από τα απλά ομόλογα ως προς το ότι ενσωματώνουν δικαιώματα αγοράς ( call premium ) τους από τον εκδότη τους πριν την λήξη τους, ή δικαιώματα πώλησης από τον κάτοχό τους στον εκδότη πριν τη λήξη τους, σε προκαθορισμένες τιμές και χρονικές στιγμές.
Ομόλογα / Ομολογίες:

Το ομόλογο (ομολογία) είναι αξιόγραφο που ενσωματώνει υπόσχεση χρηματικής ή άλλης παροχής του εκδότη προς τον εξ αυτού δικαιούχο, κυρίως τον κομιστή του. Η υποχρέωση αυτή συνίσταται συνήθως στην πληρωμή του κεφαλαίου κατά τη λήξη και του τόκου στις περιόδους που ορίζονται στους όρους της έκδοσης. H ονομαστική του αξία, η οποία δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την τιμή διαπραγμάτευσης, είναι το ποσό που υποχρεούται να καταβάλλει ο εκδότης κατά τη λήξη του ομολόγου. Ομόλογα μπορούν να εκδίδονται είτε από κρατικούς φορείς (ομόλογα δημοσίου) είτε από εταιρίες (εταιρικά ομόλογα). Κατ’ αυτή την έννοια τα ομόλογα αποτελούν μορφή κρατικού ή εταιρικού δανεισμού.

Ένα ομόλογο είναι απλώς ένα δάνειο, το οποίο αντλείται από τον εκδότη του δανείου όχι μέσω της τραπεζικής διαμεσολάβησης αλλά μέσω των κεφαλαιαγορών. Ο εκδότης είναι ο οφειλέτης, ο κάτοχος ομολόγων ο δανειστής και το κουπόνι (αν υπάρχει) είναι ο τόκος. Τα ομόλογα επιτρέπουν στον εκδότη να χρηματοδοτήσει μακροπρόθεσμες επενδύσεις με εξωτερικά κεφάλαια. Μπορεί κανείς λοιπόν να διακρίνει ότι τα στοιχεία που προσδίδουν σε ένα ομόλογο την ταυτότητά του είναι πρώτον ο εκδότης, δεύτερον το κουπόνι (αν υπάρχει) με βάση το οποίο θα γίνονται οι τακτικές πληρωμές και τρίτον η χρονική διάρκεια της σύμβασης. Χρεόγραφα με ωριμότητα μικρότερη του ενός έτους είναι είτε έντοκα γραμμάτια ή συναλλαγματικές, και θεωρούνται εργαλεία της αγοράς χρήματος.

Ονομαστική Αξία ενός ομολόγου (Face Value):

Είναι το αρχικό ποσό έκδοσης του χρεογράφου το οποίο ο εκδότης υπόσχεται να αποπληρώσει στην ημερομηνία λήξης του ομολόγου.

Πιστοληπτική Αξιολόγηση Χαρτοφυλακίου:

Πιστοληπτική Αξιολόγηση είναι ο βαθμός αξιοπιστίας και φερεγγυότητας μιας επιχείρησης ή μιας χώρας όσον αφορά τη δυνατότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεών της, δίχως τον κίνδυνο πτώχευσης.

Πιστοληπτική Διαβάθμιση ή επενδυτική κλάση:

Αφορά την κατάταξη των ομολόγων με βάση τον πιστωτικό κίνδυνο που αυτά εμπεριέχουν και ο οποίος απορρέει κυρίως από τον εκδότη τους. Εξωτερικοί Οργανισμοί Πιστοληπτικής Αξιολόγησης (Ε.Ο.Π.Α.) εκτιμούν τον πιστωτικό κίνδυνο (κίνδυνος πτώχευσης) των εκδοτών των ομολόγων όπως κυβερνήσεων, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων και γενικά των εκδοτών χρεογράφων σταθερού εισοδήματος.
 

  • Standards and Poor’s και Fitch:

Μακροπρόθεσμη Αξιολόγηση: AAA, AA+, AA, AA-, A+, A, A-, BBB+, BBB, BBB-, ΒΒ+, ΒΒ, ΒΒ-, Β+, Β, Β-, CCC+, CCC, CCC-, CC, C, RD, D.
Βραχυπρόθεσμη Αξιολόγηση: F1+,F1, F1-, F2, F3,B, C, D.

  • Moody’s Investors Service:

Μακροπρόθεσμη Αξιολόγηση: Aaa, Aa1, Aa2, Aa3, A1, A2, A3, Baa1, Baa2, Baa3, Ba1, Ba2, Ba3, B1, B2, B3, Caa1, Caa2, Caa3, Ca, C.
Βραχυπρόθεσμη Αξιολόγηση: P-1, P-2, P-3, NP.

Πιστοποιητικά Μετοχών:

Τα Πιστοποιητικά Μετοχών αποτελούν χρηματοπιστωτικά μέσα. Τα Πιστοποιητικά Μετοχών είναι διαπραγματεύσιμες αξίες που αντιπροσωπεύουν μετοχές αλλοδαπής εταιρίας. Οι μετοχές που αντιπροσωπεύουν οι αξίες αυτές αποσύρονται από την αγορά της αλλοδαπής εταιρίας, αφού σε αντίθετη περίπτωση η έκδοση των πιστοποιητικών θα οδηγούσε σε διπλή  διαπραγμάτευση των ιδίων μετοχών και σε μείωση της τιμής της μετοχής. Ειδική κατηγορία Πιστοποιητικών Μετοχών είναι τα λεγόμενα ADRs (American Depository Receipts). Τα ADRs αποτελούν το έντυπο πιστοποιητικό το οποίο αποδεικνύει την κατοχή των ADSs  (Αmerican Depository Shares). Τα τελευταία είναι αποδεικτικά ιδιοκτησίας μεγάλων επιχειρήσεων με έδρα εκτός των ΗΠΑ, τα οποία διαπραγματεύονται σε αγορές των ΗΠΑ με τιμές εκφρασμένες σε USD.

Προνομιούχες Μετοχές (Preferred stocks):

Προνομιούχες μετοχές είναι προνομιούχα μερίδια ιδιοκτησίας μιας εταιρίας με περισσότερα δικαιώματα πάνω στα κέρδη και τα  περιουσιακά στοιχεία της από τις κοινές μετοχές.

Οι προνομιούχες μετοχές έχουν προτεραιότητα έναντι των κοινών όταν η εταιρία μοιράζει μέρισμα ή σε περίπτωση ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων και συνήθως δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση της εταιρίας.

Επίσης από τα κέρδη κάθε χρήσης το προβλεπόμενο πρώτο μέρισμα διανέμεται πρώτα στις προνομιούχες μετοχές, χωρίς αυτό να αναιρεί το δικαίωμα είσπραξης πρόσθετου μερίσματος.

Ακόμα και σε περίπτωση που μια εταιρία παρουσιάζει ζημιές για αρκετές χρήσεις, μόλις παρουσιάσει κέρδη και μπορεί να μοιράσει μέρισμα, οι προνομιούχοι μέτοχοι δικαιούνται να λάβουν σωρευτικό μέρισμα και για τις προηγούμενες χρήσεις.

Η αιτία έκδοσης προνομιούχων μετοχών είναι συνήθως η ευκολότερη κάλυψη του αυξανόμενου μετοχικού κεφαλάιου, καθώς οι μετοχές αυτές είναι πιο ελκυστικές για τους επενδυτές.

Προσδοκώμενη απόδοση:

Η ποσοστιαία απόδοση ενός περιουσιακού στοιχείου είναι η ποσοστιαία αύξηση της τιμής του στο χρόνο. Για παράδειγμα, η απόδοση μιας μετοχής είναι το άθροισμα του μερίσματος που αποδίδει συν οποιαδήποτε αύξηση της τιμής της.

Ρευστότητα:

Η ρευστότητα ενός περιουσιακού στοιχείου είναι η εύκολη κι άμεση ανταλλαγή του με χρήμα, αγαθά, υπηρεσίες ή άλλα περιουσιακά στοιχεία. Η ρευστότητα κάνει τις συναλλαγές ευκολότερες και φθηνότερες, παρέχοντας ευελιξία στον κάτοχο του χαρτοφυλακίου, γιατί ένα περιουσιακό στοιχείο που ρευστοποιείται εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε χρήμα γρήγορα αν υπάρχει άμεση ανάγκη κεφαλαίων ή προκύψει μια καλή επενδυτική ευκαιρία.

Σταθμισμένη Μέση Ληκτότητα Χαρτοφυλακίου:

Σταθμισμένη Μέση Ληκτότητα ενός χαρτοφυλακίου είναι η μέση ληκτότητα του συνόλου των υποκείμενων τίτλων του χαρτοφυλακίου, σταθμισμένων κατά το ποσοστό επένδυσης σε αυτούς.

Συχνότητα τοκομεριδίου:

Τα τοκομερίδια καθορίζονται από το επιτόκιο έκδοσης και η συχνότητα πληρωμής τους διαφέρει από έκδοση σε έκδοση.

Παράδειγμα: Τα τοκομερίδια σε κρατικά ομόλογα συνήθως πληρώνονται μία φορά τον χρόνο, εκτός των τοκομεριδίων ομολογιών Η.Π.Α. όπου η πληρωμή γίνεται δύο φορές το χρόνο.

Τιμή ομολόγου:

Η τιμή του ομολόγου ορίζεται με βάση το εκατό (100), το οποίο αντιστοιχεί στην ονομαστική του αξία. Όταν η τιμή του ομολόγου είναι υψηλότερη από την ονομαστική του αξία, δηλαδή υπέρ το άρτιο (100), το ομόλογο διαπραγματεύεται με ανατίμηση (premium). Όταν η τιμή του ομολόγου είναι χαμηλότερη από την ονομαστική του αξία, δηλαδή υπό το άρτιο (100), το ομόλογο διαπραγματεύεται με έκπτωση (discount). Με βάση τα ανωτέρω, διακρίνουμε τις εξής τιμές:
 

  • Τιμή Έκδοσης (Issue Price): Είναι η τιμή στην οποία διατίθεται το ομόλογο από τον εκδότη του, κατά την έκδοσή του.
  • Τιμή Αγοράς: Είναι η τιμή στην οποία ο επενδυτής αγοράζει το ομόλογο.
  • Τιμή Πώλησης: Είναι η τιμή στην οποία ο επενδυτής πουλάει το ομόλογο.
  • Τιμή Αποπληρωμής (Redemption Price): Είναι η τιμή στην οποία αποπληρώνει ο εκδότης τον επενδυτή, κατά την λήξη του ομολόγου.
Τοκοµερίδιο (κουπόνι) ομολόγου:

Οι περιοδικές πληρωμές τόκου που καταβάλλονται στον κάτοχο του ομολόγου.

Τρέχουσα απόδοση:

Τρέχουσα απόδοση αποτελεί το ετήσιο έσοδο ενός ομολόγου διαιρούμενο με την τρέχουσα τιμή αγοράς.

Χαρτοφυλάκιο ( Portfolio ):

Χαρτοφυλάκιο είναι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που έχει ένας επενδυτής στην κατοχή του.

Παράδειγμα:
Οι μετοχές, τα ομόλογα, οι τίτλοι ιδιοκτησίας κτλ.

Η απόφαση για το ποια περιουσιακά στοιχεία θα έχει στην κατοχή του και σε ποια ποσότητα, ονομάζεται επιλογή χαρτοφυλακίου και μπορεί να είναι να περίπλοκη διαδικασία.

Ενημερωθείτε για την διαδικασία δημιουργίας χαρτοφυλακίου της HellasFin.